διάφραγμα

διάφραγμα, ατος, τό,
A partition or barrier, Th.1.133, HeroSpir.1.8;

στοᾶς Inscr.Prien.99.19

; lock in a canal, PPetr.3p.343 (iii B.C.), D.S.1.33.
II muscle which divides the thorax from the abdomen, midriff, diaphragm, Pl.Ti.70a, 84d, Gal.UP4.14, etc.
b δ. [τοῦ μυκτῆρος] cartilage which divides the nostrils, Arist.HA492b16, cf. Ruf. Onom.34, Gal.17(1).824.
c the velum palati, Hp.Epid.2.2.24.
d septum lucidum of the brain, Gal.2.719.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάφραγμα — partition neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάφραγμα — Λεπτό τοίχωμα που παρεμβάλλεται σε έναν αγωγό ή σε μία συσκευή για να το διαιρέσει σε δύο μέρη. (Ανατ.) Λεπτό μυομεμβρανώδες όργανο που αποτελεί το χώρισμα μεταξύ θώρακα και κοιλίας των ανωτέρων θηλαστικών. Διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στην… …   Dictionary of Greek

  • διάφραγμα — το 1. (ιατρ.), υμένας που διαχωρίζει εσωτερικά όργανα του σώματος: Έχει μάθει να αναπνέει σωστά χρησιμοποιώντας το θωρακικό διάφραγμα. 2. εξάρτημα της φωτογραφικής μηχανής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εικονοστάσιο ή εικονοστάσι — Διάφραγμα από γλυπτό ξύλο ή πέτρα που χωρίζει το Άγιο Βήμα από τον υπόλοιπο ναό (βλ. λ. τέμπλο)· το σημείο εκείνο του σπιτιού όπου οι πιστοί τοποθετούν εικόνες αγίων …   Dictionary of Greek

  • διαφραγμάτων — διάφραγμα partition neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφράγμασι — διάφραγμα partition neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφράγμασιν — διάφραγμα partition neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφράγματα — διάφραγμα partition neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφράγματι — διάφραγμα partition neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφράγματος — διάφραγμα partition neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φρην — η / φρήν, ενός, ΝΜΑ, και δωρ. τ. φράν Α (λόγιος τ.) 1. συν. στον πληθ. οι φρένες και αἱ φρένες ο νους, ο εγκέφαλος, η διάνοια, το μυαλό, το λογικό 2. φρ. «έξω φρενών» εκτός τού λογικού νεοελλ. φρ. α) «είμαι [ή γίνομαι] έξω φρενών» (για πρόσ.)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.